Στο θέατρο πρωτοεμφανίζεται το 1926 σε νεαρή ηλικία μαζί με την αδελφή της Άννα, με την οποία δημιουργούν τα περίφημα «Καλουτάκια» και συνεχίζουν την καλλιτεχνική πορεία μαζί για 40 χρόνια.
Εμφανίστηκε σε ελληνικές κινηματογραφικές ταινίες και τηλεοπτικές παραγωγές.
Το 1967 παντρεύτηκε το νομικό σύμβουλο του Δήμου Αθηναίων Δημήτρη Κωνσταντόπουλο και εγκατέλειψε για πάντα το θεατρικό σανίδι.


Τη χαρακτήρισαν «βασίλισσα της επιθεώρησης» και δικαίως. «Δεν θα σε αφήσω να παίξεις ώσπου να αγοράσω και το τρίτο μου σπίτι» της είχε πει χαριτολογώντας η άλλη μεγάλη, η Ζαζά Μπριλάντη, όταν προείδε το μεγάλο ταλέντο της.
Κόρη του Στέφανου Καλουτά, από οικογένεια βυρσοδεψών στη Σύρο (γι’ αυτό και η Σύρος την έχει τιμήσει και της έχει φτιάξει εκεί το δικό της καμαρίνι) και της Μανιάτισσας Κατίνας Γερακουλάκου, που μεγάλωσε μόνη τα κορίτσια της κεντώντας στην καμαρούλα της οδού Ακομινάτων: «Για την κυρά-Κατίνα εκείνο που μετρούσε πάνω απ’ όλα ήταν η μόρφωση. Απόδειξη ότι παρά τις φτώχειες που είχαμε, τα μόνα που δεν μας έλειψαν ήταν τα καλά σχολεία. Μα η φτωχοκάμαρη, φτωχοκάμαρη!» αφηγείται η ίδια. Από τη φτωχοκάμαρη, λοιπόν, στην Ιόνιο Σχολή και το βράδυ στο θέατρο.
Μαζί με την αδερφή της Μαρίκα τα δύο «Καλουτάκια», όπως έγιναν γνωστά, πήραν το βάπτισμα του πυρός στο θέατρο της Μαρίκας Κοτοπούλη και του συζύγου της Γιώργου Χέλμη, οι οποίοι στις παραστάσεις που ανέβαζαν έβρισκαν ρόλους και για τα δύο κορίτσια. «Εγώ “παντρεύτηκα” το θέατρο, η Μαρίκα τη ζωή» συνήθιζε να λέει η κυρία Αννα. Αφιερώθηκε στη δουλειά της, αφήνοντας στο περιθώριο την προσωπική της ζωή.
Ερωτεύτηκε τον Γιώργο Ναθαναήλ, τον οποίο δεν παντρεύτηκε ποτέ. «Ο έρωτάς μου με τον Ναθαναήλ κράτησε δεκατρία χρόνια και μισό, ούτε μία μέρα λιγότερη. Από κοριτσάκι μέχρι που έγινα γυναίκα. Και ποια ήταν πάντα η αφορμή για τους ομηρικούς καβγάδες μας, όταν συνήθως πλήρωνε η… μύτη του; Το ότι τον τσάκωσα να πηγαίνει με άλλες γυναίκες, ενώ φώναζε και χτυπιόταν ότι αγαπούσε μονάχα εμένα», αφηγείται στον Γιώργο Λαζαρίδη. Αλλά και με τον ηθοποιό Λάμπρο Κωνσταντάρα υπήρξαν ζευγάρι για δύο χρόνια. Για τη σχέση τους θα πει χαρακτηριστικά: «Ηταν καλός στον χορό, αλλά έκανε ό,τι μπορούσε για να μου βγάζει την πίστη ανάποδα, τάχα πως δεν του άρεσαν τα βήματα. Και μόλις τελείωνε η πρόβα, τσακωμός. Η Κοτοπούλη χτυπιόταν! “Με εσάς τους δύο δεν θα πάμε σε πρεμιέρα, αλλά στο Πρώτων Βοηθειών” μας έλεγε».
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1918 (πολλοί υποστηρίζουν ότι γεννήθηκε νωρίτερα) και έπαιξε στις πιο μεγάλες επιθεωρήσεις και στις οπερέτες του Θεόφραστου Σακελλαρίδη. «Γλυκιά Νανά», «Διαβολόπαιδο», «Βαφτιστικός», «Μοντέρνα κορίτσια», «Γυναίκα του δρόμου», «Οι απάχηδες των Αθηνών», «Οι πειρατές», η «Νυχτερίδα» κ.ά. Στις μουσικές κωμωδίες «Μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά» των Γιανουκάκη - Ριτσιάρδη, στο «Φυντανάκι» και το «Πανηγύρι» του Παντελή Χορν, στα κωμειδύλλια «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας», «Γκόλφω», «Μαρία Πενταγιώτισσα» κ.ά. Για δεκαπέντε χρόνια έκανε περιοδείες σε όλα τα μέρη του κόσμου και εμφανίστηκε σε μεγάλα θέατρα στο Παρίσι, τη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο. Ηχογράφησε μαζί με την αδελφή της Μαρία πολλούς δίσκους στην Ελλάδα και το εξωτερικό, όπως «Μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά», «Γερακίνα», «Οι κερασιές», «Η βροχή» κ.ά. Τιμήθηκε από ελληνικές πρεσβείες για τις περιοδείες της και απέσπασε στρατιωτικές μνείες για την ψυχαγωγία που παρείχε στους στρατιώτες. Εμειναν θρυλικές οι εμφανίσεις της στις πολεμικές επιθεωρήσεις του 1940, ιδιαίτερα για το «Ευζωνάκι» αλλά και αργότερα στους ρόλους της «Σμυρνιάς».
Μαζί με την αδελφή της είχαν φτιάξει το θέατρο «Καλουτά» με πολλές θυσίες. Το έχασαν όμως και αυτό στοίχισε πολύ και στις δύο.
Κόρη του Στέφανου Καλουτά, από οικογένεια βυρσοδεψών στη Σύρο (γι’ αυτό και η Σύρος την έχει τιμήσει και της έχει φτιάξει εκεί το δικό της καμαρίνι) και της Μανιάτισσας Κατίνας Γερακουλάκου, που μεγάλωσε μόνη τα κορίτσια της κεντώντας στην καμαρούλα της οδού Ακομινάτων: «Για την κυρά-Κατίνα εκείνο που μετρούσε πάνω απ’ όλα ήταν η μόρφωση. Απόδειξη ότι παρά τις φτώχειες που είχαμε, τα μόνα που δεν μας έλειψαν ήταν τα καλά σχολεία. Μα η φτωχοκάμαρη, φτωχοκάμαρη!» αφηγείται η ίδια. Από τη φτωχοκάμαρη, λοιπόν, στην Ιόνιο Σχολή και το βράδυ στο θέατρο.
Μαζί με την αδερφή της Μαρίκα τα δύο «Καλουτάκια», όπως έγιναν γνωστά, πήραν το βάπτισμα του πυρός στο θέατρο της Μαρίκας Κοτοπούλη και του συζύγου της Γιώργου Χέλμη, οι οποίοι στις παραστάσεις που ανέβαζαν έβρισκαν ρόλους και για τα δύο κορίτσια. «Εγώ “παντρεύτηκα” το θέατρο, η Μαρίκα τη ζωή» συνήθιζε να λέει η κυρία Αννα. Αφιερώθηκε στη δουλειά της, αφήνοντας στο περιθώριο την προσωπική της ζωή.
Ερωτεύτηκε τον Γιώργο Ναθαναήλ, τον οποίο δεν παντρεύτηκε ποτέ. «Ο έρωτάς μου με τον Ναθαναήλ κράτησε δεκατρία χρόνια και μισό, ούτε μία μέρα λιγότερη. Από κοριτσάκι μέχρι που έγινα γυναίκα. Και ποια ήταν πάντα η αφορμή για τους ομηρικούς καβγάδες μας, όταν συνήθως πλήρωνε η… μύτη του; Το ότι τον τσάκωσα να πηγαίνει με άλλες γυναίκες, ενώ φώναζε και χτυπιόταν ότι αγαπούσε μονάχα εμένα», αφηγείται στον Γιώργο Λαζαρίδη. Αλλά και με τον ηθοποιό Λάμπρο Κωνσταντάρα υπήρξαν ζευγάρι για δύο χρόνια. Για τη σχέση τους θα πει χαρακτηριστικά: «Ηταν καλός στον χορό, αλλά έκανε ό,τι μπορούσε για να μου βγάζει την πίστη ανάποδα, τάχα πως δεν του άρεσαν τα βήματα. Και μόλις τελείωνε η πρόβα, τσακωμός. Η Κοτοπούλη χτυπιόταν! “Με εσάς τους δύο δεν θα πάμε σε πρεμιέρα, αλλά στο Πρώτων Βοηθειών” μας έλεγε».
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1918 (πολλοί υποστηρίζουν ότι γεννήθηκε νωρίτερα) και έπαιξε στις πιο μεγάλες επιθεωρήσεις και στις οπερέτες του Θεόφραστου Σακελλαρίδη. «Γλυκιά Νανά», «Διαβολόπαιδο», «Βαφτιστικός», «Μοντέρνα κορίτσια», «Γυναίκα του δρόμου», «Οι απάχηδες των Αθηνών», «Οι πειρατές», η «Νυχτερίδα» κ.ά. Στις μουσικές κωμωδίες «Μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά» των Γιανουκάκη - Ριτσιάρδη, στο «Φυντανάκι» και το «Πανηγύρι» του Παντελή Χορν, στα κωμειδύλλια «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας», «Γκόλφω», «Μαρία Πενταγιώτισσα» κ.ά. Για δεκαπέντε χρόνια έκανε περιοδείες σε όλα τα μέρη του κόσμου και εμφανίστηκε σε μεγάλα θέατρα στο Παρίσι, τη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο. Ηχογράφησε μαζί με την αδελφή της Μαρία πολλούς δίσκους στην Ελλάδα και το εξωτερικό, όπως «Μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά», «Γερακίνα», «Οι κερασιές», «Η βροχή» κ.ά. Τιμήθηκε από ελληνικές πρεσβείες για τις περιοδείες της και απέσπασε στρατιωτικές μνείες για την ψυχαγωγία που παρείχε στους στρατιώτες. Εμειναν θρυλικές οι εμφανίσεις της στις πολεμικές επιθεωρήσεις του 1940, ιδιαίτερα για το «Ευζωνάκι» αλλά και αργότερα στους ρόλους της «Σμυρνιάς».
Μαζί με την αδελφή της είχαν φτιάξει το θέατρο «Καλουτά» με πολλές θυσίες. Το έχασαν όμως και αυτό στοίχισε πολύ και στις δύο.
Πηγές restinpeace.gr espressonews.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου